Όταν μιλούσαν τα ρούχα, φώναζαν για τον φεμινισμό

Η συζήτηση ξεκινάει

Σκεπτόμενη το πάντα σχετικό ζήτημα του φεμινισμού και της έκφρασής του, προσπαθώ συχνά να επηρεάσω τον τρόπο που ντύνομαι ούτως ώστε να εκφράζεται μέσω της ένδυσης. Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Υπήρχε μια εποχή που τα καθημερινά νέα δεν βομβαρδίζονταν από ειδήσεις σχετικά με το τι φόρεσε ποιός, ποιές 9 τάσεις να ακολουθήσετε για ένα τέλειο φθινοπωρινό look και γυναίκες να περνούν ώρες κάθε πρωί προσπαθώντας να το επιχειρήσουν, και γιατί ο αρχισυντάκτης της Vogue δεν χρησιμοποίησε μια έγχρωμη γυναίκα για το δεύτερο εξώφυλλο του περιοδικού. Υπήρχε μια εποχή κατά την οποία οι γυναίκες δεν κρύβονταν πίσω από τις οθόνες τους, αλλά έβγαιναν στο δρόμο να εκφράσουν τις απόψεις τους και τα ρούχα που φορούσαν ήταν ακόμη ένας τρόπος έκφρασης. Ο Deidre Clement, ιστορικός της αμερικανικής μόδας του 20ού αιώνα έγραψε: ‘Τονίζω πάντα στους φοιτητές μου ότι οι τάσεις της μόδας δεν καθρεπτίζουν την αλλαγή, αλλά μάλλον αποτελούν αλλαγή. Έτσι οι γυναίκες δεν λένε – λοιπόν είμαι σεξουαλικός απελευθερωμένη, πρέπει να πάω να πάρω μια mini φούστα. Αντί να φορούν τη mini φούστα βιώνουν την ίδια τους την ταυτότητα. Η πράξη της ένδυσης δεν είναι αντιδραστική, αλλά ενεργητική.’ Τα ρούχα μιλάνε πρώτα, και το κίνημα ακολουθεί.

Αυτή είναι η ιστορία του πως ο φεμινισμός εκδηλώθηκε και ενσωματώθηκε στην κοινωνική ζωή των γυναικών μέσω της ένδυσης, με μεγάλη συσχέτιση με το κοινωνικό φόντο της κάθε δεκαετίας, ξεκινώντας από τον 20ό αιώνα. Η προοπτική αυτή είναι σημαντική γιατί όπως θα έλεγαν ο Quicherat, o Demay, και o Enlart, φιλόσοφοι του 19ου αιώνα, το ένδυμα είναι ένα άθροισμα από κομμάτια κουστουμιών και κάθε κομμάτι είναι μια μαρτυρία μιας ιστορικής κατάστασης ή γεγονότος.

Η δεκατία των ‘00

Το παγκοσμίως γνωστό κίνημα των σουφραζέτων έθεσε τον πρώτο λίθο για τη χειραφέτηση των γυναικών, συνηγορώντας υπέρ του φεμινισμού και του δικαιώματος των γυναικών στην ψήφο. Μία από τις δραστηριότητές τους ήταν να υιοθετήσουν μία χρωματική τριπλέτα: πράσινο, άσπρο και μωβ. Το πράσινο είναι το πιο ξεκούραστο χρώμα για το ανθρώπινο μάτι – συμβολίζει την ανάπτυξη, την ελπίδα, τη φύση και έχει μια δυνατή συναισθηματική αντιστοιχία με την ασφάλεια. Το άσπρo είναι το χρώμα της τελειότητας – συνδέεται με το φως, την καλοσύνη, την αθωότητα, την αγνότητα και ένα επιτυχές ξεκίνημα. Το μωβ συνδυάζει την σταθερότητα του μπλε και την ενέργεια του κόκκινου – απεικονίζει την δύναμη, την φιλοδοξία, τη σοφία, την αξιοπρέπεια και την δημιουργικότητα. Οι σουφραζέτες χρησιμοποίησαν αυτά τα τρία χρώματα για να απεικονίσουν την πολυπλοκότητα και τη σημαντικότητα του σκοπού τους από ένα πολύ προσωπικό σε ένα πολύ δημόσιο τρόπο σκέψης. Τα χρησιμοποίησαν σε πανό, σημαίες, ροζέτες και εμβλήματα. Αργότερα, χρησιμοποιήθηκαν σε κοσμήματα και εντάχθηκαν σε αντικείμενα εταιριών που ήταν αφοσιωμένες στους σκοπούς του κινήματος.

Η δεκαετία των ‘20

Τα Roaring Twenties ήταν ένα σημείο καμπής της ιστορίας σε κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος είχε μόλις τελειώσει, υπήρχε ανάπτυξη στον βιομηχανικό τομέα, στον καταναλωτισμό και η εμφάνιση του Art-Deco. To Gibson Girl είχε πεθάνει, και η Flapper Woman είχε γεννηθεί. Ήταν μια γυναίκα που γιόρταζε την σεξουαλική επανάσταση, περιφρονούσε την έννοια της αποδεκτής συμπεριφοράς, άκουγε jazz μουσική, κάπνιζε και έπινε δημοσίως. Αγωνιζόταν για την ελευθερία και την ιδέα του σύγχρονου, της ετοιμότητας και της εξέλιξης. Τα Μ.Μ.Ε σταμάτησαν να συζητούν για το σουφράζ και κατευθύνθηκαν σε πιο ευκαταφρόνητα νέα που αφορούσαν σε στυλιστικές επιλογές διασήμων. Μια από τις πιο συχνές δημόσιες συζητήσεις ήταν το To bob or not to bob?’, αναφερόμενη στο καρέ στυλ κουρέματος. Όπως είπε η Victoria Pass, ‘Ενώ από τη μία το να έκοβες τα μαλλιά σου κοντά δεν σηματοδοτούσε ξαφνικά την ελευθερία σου, ήταν ένα δυναμικό σύμβολο της πίστης σου στο μοντέρνο τρόπο του να είσαι γυναίκα, έναν τρόπο που τρομοκρατούσε ανθρώπους που ήθελαν να επαναφέρουν την τάξη μετά την τραυματική αναστάτωση του πρώτου παγκοσμίου πολέμου’. Οι γυναίκες της προηγούμενης δεκαετίας πάλεψαν για τη χειραφέτηση, και τώρα την έφερναν στην καθημερινή τους ζωή, στους γάμους τους, στο στυλ τους, ξεκινώντας με αυτή τη φαινομενικά αδιάφορη αλλά πολύ σημαντική κίνηση. Ήταν ένα από τα δεσμά που έσπασαν που τους συγκρατούσε σε μια ‘γενική γυναικεία ανημπόρια’, όπως έγραψε η Mary Garden στο άρθρο της ‘Why I Bobbed My Hair’. Επιζητούσαν να τους πάρουν στα σοβαρά, σαν έξυπνες, δραστήριες – και επιτέλους έχουσες το δικαίωμα της ψήφου- μέλη της κοινωνίας, και αν κόβοντας τα μαλλιά τους καρέ ήταν ένας από τους τρόπους να το επιτεύξουν, τότε το τολμούσαν.

Η δεκαετία ‘30

Παρά την Μεγάλη οικονομική Ύφεση, την κρίση και την αστάθεια που ξέσκιζε τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο αυξανόμενος φασισμός και η πάλη μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς που περικύκλωνε την Ευρώπη, ο κόσμος έψαχνε έναν τρόπο να διώξει το μαύρο σύννεφο πάνω από το κεφάλι του. Ο στόχος αυτός πέτυχε μέσω μία ανάπτυξης πολιτισμικών τάσεων όπως η λογοτεχνία, οι τέχνες, η μουσική, η φωτογραφία και το σινεμά.

Κατά τη ‘χρυσή εποχή’ του Hollywood, της οποίας η επιρροή διέσχισε τον Ατλαντικό, οι ηθοποιοί αναδύθηκαν στο κοινωνικό φάσμα, και περισσότερες γυναίκες με καριέρες πάλεψαν για χώρο στη δημόσια σφαίρα και εξέφρασαν τις πολιτικές τους απόψεις. Μία από αυτές τις γυναίκες ήταν η Gabrielle ‘Coco’ Chanel, η ιδρυτής και σχεδιάστρια της δικής της επιχείρησης. Παρ’ όλο που κατηγορήθηκε για στενές σχέσεις με τους Γερμανούς, κατάφερε μέσω των σχεδίων της να παραχωρήσει ένα νέο τρόπο για να φαίρονται οι γυναίκες μέσω της μόδας. Σχεδίασε και δημιούργησε τα two-piece κουστούμια, άνετα, δυναμικά αλλά και κομψά, ελευθερώνοντας τις γυναίκες από τις αλυσίδες της κορσεδοποιημένης σιλουέτας, εμπνεόμενη από την ενδυμασία των εραστών της και τη δυναμική τους συμπεριφορά. Κατέστησε δημοφιλή μία θηλυκή, αθλητική, άνετη και κομψή αίσθηση του στυλ, κατάλληλη για την ίδια. Πέρα από τις δημιουργίες αλλά και τις απόψεις της, η Chanel ήταν μία από τις πρώτες αυτοδημιούργητες γυναίκες που διείσδυσαν στον ανδροκρατούμενο κόσμο της δεκαετίας του ‘30.

Η δεκαετία των ‘40

Με το ξεκίνημα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου το 1939, το gender clothing εμφανίστηκε στο χώρο της μόδας. Αλλά δεν ήταν ακόμη συνειδητή – ήταν κατά κάποιο τρόπο στήριξη στους στρατιώτες μέσω της ένδυσης. Τα ρούχα των γυναικών άρχισαν να αντηχούν το παραδοσιακό ανδρικό στυλ ντυσίματος, καιι ένα μάλλον αντρικό στρατιωτικό look – μεγάλες βάτες, μπλούζες μέσα από ψηλοκάβαλα παντελόνια, παλτό και καπέλα. Άσχετα με το λόγο, ήταν ένα από τα πρώτα βήματα κατά του binary ντυσίματος. Με το πέρας του πολέμου το 1945, οι ντουλάπες των γυναικών γέμισαν με χρωματιστά μοτίβα, μακριές και φουσκωτές φούστες. Τότε ο Dior, αποχαιρετώντας τον πόλεμο, παρουσίασε το New Lookαπαλές, ακραίες φιγούρες σαν κλεψύδρα, χρησιμοποιώντας κορσέδες, βάτες στους γοφούς και στο μπούστο, και γιγάντιες φούστες με πολλές στρώσεις υφάσματος. Ήταν η πρώτη φορά που μια plus-size, με μεγάλες καμπύλες και γεμάτη φιγούρα έγινε αποδεκτή και ενσωματώθηκε στο χώρο της μόδας, καθώς οι σχεδιαστές και το κοινό συνειδητοποίησαν την διαφορετικότητα στα σώματα των γυναικών, και το γεγονός ότι η μόδα πρέπει να συμμορφωθεί με τις ανάγκες τους.

40s all

Η δεκαετία των ’50

Η δεκαετία των ‘50 έκανε ένα μεγάλο βήμα πίσω, ειδικά για τις γυναίκες. Καθώς οι άντρες επέστρεψαν από τον πόλεμο, οι γυναίκες ξεκίνησαν να περιορίζουν την ανεξαρτησία που είχαν όταν οι σύζυγοί τους έλειπαν, όπως το να δουλεύουν σε γραφεία και εργοστάσια, να έχουν τις δικές τους επιχειρήσεις και να είναι υπεύθυνες για τα οικονομικά τους. Υπήρξε αύξηση στον ρατσισμό, στο αντι-κουμουνισμό, και στο συντηρητισμό – όλοι προσπαθούσαν να δείχνουν ‘όπως πρέπει’. Ωστόσο, οι γυναίκες δεν ήταν ακόμη έτοιμες να παρατήσουν τόσο εύκολα όλα αυτά για τα οποία είχαν παλέψει, και πολλές εξοργίστηκαν από το New Look του Dior – ήταν δύσκολο να περιποιηθεί κανείς τόσο ύφασμα, κορσεδοποιημένες σιλουέτες, και την ανάγκη για τη χρήση πολλών αξεσουάρ για να επιτευχθεί η τέλεια εικόνα. Οπότε το sporty-chic ήρθε στη μόδα – ανέμελα υφάσματα όπως ελαστικά, βαμβακερά, μάλλινα, nylon, πολυεστέρας, τεχνητό μετάξι, θεωρήθηκαν ‘θαυματουργά υφάσματα’ λόγω της εύκολης χρήσης τους. Το στυλ απευθυνόταν σε δραστήριες γυναίκες, είτε νοικοκυρές, είτε εργαζόμενες, είτε και τα δύο. Όπως αναφέρει η Victoria Pass, ‘Τα wrap dresses μπορούσαν να φορεθούν γρήγορα για ένα βραδινό δείπνο των προαστίων, και φερμουάρ, κουμπιά ή άγκιστρα στο πλάι ήταν εύχρηστα για μια γυναίκα (σε αντίθεση με το κούμπωμα στην πλάτη).’ Πολλοί σχεδιαστές αντιτέθηκαν στο New Look, όπως η Chanel, που επέστρεψε στον χώρο αφότου είχε κλείσει την επιχείρησή της εξαιτίας του πολέμου, με slim suits σε βαμβάκι και tweedτετραγωνισμένα σακάκια χωρίς κολάρο, ίσιες και άνετες φούστες, και ο Hubert de Givenchy, με το sack dress του που παρουσιάστηκε το 1957, χαλαρό γύρω από τη μέση, δημιουργώντας μία νέα σιλουέτα που απείχε από την αυτή του New Look, που αντηχούσε τα μέσα του 19ου αιώνα.

Η δεκαετία των ’60

Η δεκαετία των ‘60 ήταν μία εποχή μεγάλων αλλαγών, και αυτό καθρεπτίστηκε στη μόδα. Ο καταναλωτισμός απογειώθηκε και τα αναλώσιμα αγαθά κατασκευάζονταν συνεχώς. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική κατάργησε την σκλαβιά αλλά η διάκριση μεταξύ ανθρώπων χρώματος συνέχιζε, και τότε ήταν η στιγμή που αναδύθηκε το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που πάλεψε για κοινωνική δικαιοσύνη και ίσα δικαιώματα. Η καταπιεσμένη ενέργεια της δεκαετίας του ‘50 εξερράγη στη δεκαετία του ‘60 και για πρώτη φορά το Λονδίνο και το mod ήταν στο προσκήνιο. Η υποκουλτούρα των mod δημιουργήθηκε από μια ‘ηδονιστική ομάδα υπερ-κουλ νέων με εμμονή στη μόδα’ όπως είπαν ο Paul Jobling και ο David Crowley, με δυνατά αλλά και με αυτογνωσία κριτικά στοιχεία καταναλωτισμού. Υπήρξε αύξηση των διαζυγίων, και μια σεξουαλική ανόρθωση, και οι γυναίκες, πιο ελεύθερες από ποτέ ντύνονταν ανδρόγυνα, με κοντά κουρέματα, χρησιμοποιούσαν ανδρικά ρούχα, ίσια παπούτσια και έδειχναν περισσότερο δέρμα από ποτέ. Η Mary Quant έφερε στο προσκήνιο τη μίνι φούστα, για το νέο ελεύθερο κορίτσι με κοσμοπολίτικη διάθεση. Καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν το εισόδημά τους για να αγοράσουν ρούχα, η πρώτη boutique που απευθυνόταν στους νέους άνοιξε στο κέντρο του Λονδίνου. Η Mary Quant εξήγησε:’ Ήταν τα κορίτσια στην King’s Road που ευφήυραν την μίνι φούστα. Εμείς τις φτιάχναμε στο μήκος που ήθελε ο πελάτης. Τις έφτιαχνα πολύ κοντές και αυτές έλεγαν ‘κι άλλο, κι άλλο’’. O Deidre Clemente, ιστορικός της αμερικανικής μόδας του 20ού αιώνα είπε: ‘Τονίζω πάντα στους φοιτητές μου ότι οι τάσεις της μόδας δεν καθρεπτίζουν την αλλαγή, αλλά μάλλον αποτελούν αλλαγή. Έτσι οι γυναίκες δεν λένε – λοιπόν είμαι σεξουαλικός απελευθερωμένη, πρέπει να πάω να πάρω μια mini φούστα. Αντί να φορούν τη mini φούστα βιώνουν την ίδια τους την ταυτότητα. Η πράξη της ένδυσης δεν είναι αντιδραστική, αλλά ενεργητική.’ Τα ρούχα μιλάνε πρώτα, και το κίνημα ακολουθεί.

Η δεκαετία του ’70

Μια δυναμική ιδέα για τη γυναικεία φύση πλημμύρισε τη δεκαετία των ‘70. Οι συνήγοροι για την ισότητα των φύλων αναδύθηκαν στη δημόσια σφαίρα και προσπάθησαν να επεκτείνουν την ελευθερία των γυναικών μέσα στην κρεβατοκάμαρα, και έσμιξαν με έγχρωμους ανθρώπους, την lgbtq+ κοινότητα καθώς και άλλους περιθωριοποιημένους ανθρώπους που συνέχιζαν τον αγώνα που ξεκίνησε το ‘60. Η Diane von Furstenberg ανέδειξε τα εργαζόμενα κορίτσια και τα πλήθη που διασκέδαζαν στην Park Avenue μέσω μίας από τις αμίμητες δημιουργίες της, το wrap dress χαλαρό μετάξυ, κατάλληλο για κάθε τύπο σώματος, και τα ανέδειξε – που αλλού; στο Studio 54. Το γνωστό nightclub είχε μεγάλη επιρροή στο lifestyle και στις στυλιστικές επιλογές των ανθρώπων το ‘70. Ο David Bowie είχε αυτή την απόκοσμη αίσθηση του να είσαι όλα τα φύλα και κανένα φύλο ταυτόχρονα, και ήταν ένας φλογερός υπέρμαχος των θολών ορίων μεταξύ των φύλων και τις καθιέρωσης του gender fluidity, και αυτό εκφραζόταν στην αίσθηση του στυλ του με λεοπάρ μοτίβα, αλουμινένιες λάμψεις, face paint, ολόσωμες φόρμες με το ένα πόδι έξω, tie-dye κουστούμια και κεντημένα παλτό. Το 1971, η Roz Kraveney, μια trans ποιητής έγραψε σχετικά με τον Bowie ότι επιτέλους μπορούσε να είναι ‘μεγαλώφωνη, queer, και χαρούμενη’, γιατί ‘μπορούσα να χορεύω τη μουσική του φορώντας διχτυωτά ρούχα’. Το παράδειγμά του ακολουθήθηκε από πολλούς καλλιτέχνες που διασκέδαζαν στο Studio 54 – ο Andy Warhol, η Cher, η Grace Jones, η Bianca and ο Mick Jagger, η Divine, κτλ. Ήταν μια επαναστατική ομάδα οραματιστών που έκαναν μια τεράστια αλλαγή, ο καθένας και η καθεμία στον δικό τους τομέα και όλοι μαζί στην ιστορία της μόδας.

Η δεκαετία του ’80

Σε μία εποχή που έφερε την κατάρρευση του παραδοσιακού κουμουνισμού, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την ανάπτυξη της τεχνολογίας μέσω της ευκολίας προσέγγισής της, οι γυναίκες αντιλήφθηκαν ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη μόδα για να καθιερώσουν την εξουσία τους σε ένα επαγγελματικό και πολιτικό περιβάλλον στο οποίο κυριαρχούσαν οι άντρες. Το power dressing και πιο συγκεκριμένα τα power suits έδωσαν στις γυναίκες ένα αίσθημα δύναμης που έβριθε από δυνατότητες – μπορούσαν να είναι όποιες ήθελαν να είναι. Η Shira Tarrant, καθηγήτρα και συγγραφέας του βιβλίου ‘Fashion Talks: Undressing The Power Of Style’ είπε ότι ‘Το να φοράς ένα κουστούμι έδειχνε την προσδοκία σου να σε πάρουν σοβαρά σαν buisiness woman, αλλά οι γυναίκες ακόμη κριτικάρονταν ότι προσπαθούσαν να αντιγράψουν τους άντρες, γιατί τέτοιου είδους ντύσιμο ήταν παράγωγο ανδρικού ντυσίματος’.

 

Η Jo Paoletti, καθηγήτρια και συγγραφέας του βιβλίου ‘ Sex and Unisex: Fashion, Feminism, and the Sexual Revolution’ αναρωτήθηκε: ‘Αν ήθελαν εξουσία, θα έπρεπε να εστιάσουν μακριά από το φύλο τους. Ήταν επίτηδες φεμινίστριες. Βοήθησαν τις γυναίκες να μπουν σε ανδροκρατούμενους επαγγελματικούς χώρους – αλλά και αντι-φεμινίστριες διότι βασίζονταν σε ένα ανδρικού τύπου power dressing. Θα πρέπει μία φεμινίστρια να υιοθετεί το ανδρικό ντύσιμο; Ή να γιορτάζει τη θηλυκότητα; Πρέπει ακόμη να προσκολλάται με τα παραδοσιακά δίπολα του τι είναι αρσενικό και τι θηλυκό; Το γεγονός ότι μιλάμε ακόμα με αυτούς τους όρους δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένοι είναι μέσα μας’.

Έτσι, σε διάστημα σχεδόν ενός αιώνα, η μόδα για τις γυναίκες σε σχέση με τον φεμινισμό και το πως εκφράστηκε μέσω των ρούχων έκανε μία πλήρη περιστροφή. Από την πάλη για ίσα δικαιώματα, στην ανάδειξη της θηλυκότητας, στην κυριαρχία του κόσμου των επιχειρήσεων, υπήρχαν πάντα διαφορετικές γνώμες ως προς το πως θα έπρεπε να εκφράζονται οι απόψεις του καθένα και της καθεμίας μέσω του τρόπου ντυσίματός του/της. Έχουμε γίνει μάρτυρες πολλών τρόπων μέσω των οποίων οι άνθρωποι εξυμνούν τον φεμινισμό, περιφρονούν την έννοια του binary, εξαπλώνουν την αποδοχή και την αγάπη τους για τη διαφορετικότητα και την έκφρασή της μέσω του ενδύματος. Και για μένα, ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητα αληθές – όλοι αυτοί οι τρόποι είναι έγκυροι – αρκεί να είναι ειλικρινείς.

Share