Μεταβαλλόμενες σιλουέτες

Ανά τους αιώνες, είτε κατά την διάρκεια της Αναγέννησης ή στον 21ο αιώνα, πολλοί σχεδιαστές σχεδιάζουν μαζικά βασισμένοι σε κοινούς άξονες. Χρησιμοποιούν συγκεκριμένα υφάσματα, κοψίματα, τεχνικές και στυλ που, καθώς συγκροτούν νόρμα, αποτελούν τη μόδα της εποχής. Η μελέτη των προαναφερθέντων αξόνων έχει ενδιαφέρον διότι εν μέρει προκύπτουν από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της κάθε εποχής και περιόδου – ασχέτως του εύρους αυτών των μεταβλητών. Μπορεί να διαρκέσει από αιώνες μέχρι μήνες, από ηπείρους μέχρι μικρές πόλεις. Στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης, οι ασάφειες και οι αοριστίες που περιέβαλαν τις κοινωνικές νόρμες και πεποιθήσεις, πάντα δυσδιάκριτες, εισχώρησαν στις αναπαραστάσεις του γυναικείου σώματος. Το γυναικείο σώμα μπορεί να τοποθετηθεί στο κέντρο του ορισμού της τέχνης, καθώς και στο άκρο της. Είναι το πάρεργο, κατά τον Derrida μεταξύ της τέχνης και της αισχρότητας, οπότε είναι από τη φύση του ένα δίπολο. Έτσι, είναι εύκολο για κάποιον να το αντιληφθεί σαν ένα μέσο καθορισμού ορίων, μία μεταφορά για όλες της διαδικασίες διαχωρισμού ανά τους αιώνες.

Ένα από τα στοιχεία υψηλής ραπτικής και κατ’επέκταση καθημερινού ντυσίματος που βρίσκεται σε μία αέναη λούπα είναι αυτό της σιλουέτας. Η σιλουέτα μίας γυναίκας είναι το θέμα πολλών καλλιτεχνών, και οι σχεδιαστές επιχειρούν να αναδεικνύουν το σημείο του γυναικείου σώματος που θεωρείται ελκυστικό και ερωτικό αναλόγως την χρονική περίοδο. Κάποιες από τις πιο διαδεδομένες συσκευές και τεχνικές κατά τη διάρκεια της ιστορίας που χρησιμοποιούνται και εξελίσσονται συνεχώς είναι ο κορσές, το bias-cut, και το μίνι. Παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην μεταβολή της εμφάνισης της σιλουέτας και στην μετατόπιση της εστίασης από το ένα σημείο του σώματος στο άλλο.

Ο ΚΟΡΣΕΣ

Στην αρχή του 20ού αιώνα, οι αξιοσέβαστες γυναίκες της Ευρώπης και της Αμερικής, στρίμωχναν τα σώματά τους σε αφύσικα καμπύλα σχήματα με μεγάλη περηφάνεια. Έπρεπε να υποφέρουν για να δείχουν όμορφες. Οι κορμοί τους συμπιέζονταν μέσα σε κορσέδες, οι οποίοι σκλήραιναν με μέταλλα και μπανέλες, και γίνονταν βάναυσα σφιχτοί με κορδόνια. Τοποθετούνταν ενισχύσεις στους γοφούς και κάτω από τα μπράτσα όπως ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση μίας μικροσκοπικής μέσης, και το look ολοκληρωνόταν με μία μακριά φούστα. Στην Αμερική, η γυναίκα με τις ιδανικές αναλογίες απεικονίστηκε από τον Charles Gibson, του οποίου τα σχέδια ενσάρκωσε η καμπυλόγραμμη ηθοποιός Camille Clifford. Σήμερα, η σιλουέτα της μοιάζει σχεδόν αποκρουστικά παραμορφωμένη. Ωστόσο, τότε, δεν ήταν όλες οι γυναίκες προετοιμασμένες να υποφέρουν την δυσφορία ενός κορσέ. Οι σουφραζέτες της Αγγλίες ξεκίνησαν μια καμπάνια εναντίον αυτών των περιοριστικών ενδυμάτων το 1904. Το 1906, ο Paul Poiret εισήγαγε μία ρηξικέλευθη, πιο απαλή σιλουέτα, εμπνεόμενος από ένα αυτοκρατορικής γραμμής στυλ του 18ου αιώνα, που κατέστησε την ακραία χρήση του κορσέ περιττή. Η φούστα Poiret έπεφτε ίσια στο πάτωμα, και ξεκινούσε από ένα ψηλό δέσιμο κάτω από το στήθος. Χωρίς την ανάγκη μιας μικροσκοπικής μέσης, οι γυναίκες μπορούσαν να ανασάνουν ελεύθερα ξανά. Ωστόσο, οι σωληνοειδείς κορσέδες προτιμώνταν ακόμα: πλεχτά ελαστικά, που τραβούσαν στους γοφούς, έκαναν επίπεδο το στομάχι και ελευθέρωναν το μπούστο. Δεν ήταν ούτε κατά διάνοια τέλειοι, καθώς εμπόδιζαν την κίνηση των ποδιών. Με την έλευση του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, οι γυναίκες ξεκίνησαν να εργάζονται σε ανδροκρατούμενους χώρους, και οι κορσέδες αυτοί έγιναν αντίστοιχα κοντύτεροι με σκοπό να επιτρέψουν περισσότερη κίνηση. Τελικά, η σύγχρονη επιλογή έγινε ένα ελαστικό ζωνάρι, που απλώς στήριζε τους γοφούς και φοριόταν με ένα στηθόδεσμο.

ΤΟ BIAS CUT

Το κόψιμο bias σημαίνει ότι το ύφασμα κόβεται διαγωνίως στην κατεύθυνση της πλέξης, ούτως ώστε η ύφανση (τα ‘νερά’ του υφάσματος) πέφτουν διαγωνίως πάνω στη φιγούρα αντί για οριζόντια και κάθετα. Υλικά που κόβονται με αυτό τον τρόπο είναι εκ φύσεως ελαστικά, μια ιδιότητα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία φορεμάτων που κολλούν και εφαρμόζουν στις καμπύλες του σώματος, προκαλώντας μια κομψή αίσθηση που κολακεύει τη σιλουέτα. Η γαλλίδα δημιουργός φορεμάτων Madeleine Vionnet που άνοιξε τον οίκο της το 1912 στο Παρίσι, είναι γνωστή ως η ερωμένη του bias-cut. Σχεσίασε τα φορέματά της ντραπάρωντας, μαζεύοντας και στριφογυρίζοντας το ύφασμα χρησιμοποιώντας μια μικρή ξύλινη κούκλα στη θέση παραδοσιακών τεχνικών κοψίματος. Πολλά από τα φορέματά της δεν είχαν κουμπώματα, αλλά στηρίζονταν πίσω από το λαιμό –  μόνο όταν ένα σώμα γέμιζε το ρούχο, αυτό μαγικά ερχόταν στη ζωή. Η Vionnet ήταν μία από τις πρωτοπόρους για την απόρριψη του κορσέ. Έδωσε έμφαση στην επίτευξη μιας εφαρμογής που αγκάλιαζε τη σιλουέτα, με φορέματα που κυλούσαν απαλά πάνω στο σώμα στη μορφή ενός μόνο επιπέδου υφάσματος – δεν περιλάμβανε εσωτερικό ρούχο. Ήταν συχνά μακριά δίχως γιακά, και μεγάλα ανοίγματα στην πλάτη. Προτιμούσε ελαφρύ κρεπ ύφασμα, γκαμπαρτινέ και σατέν, που ήταν υφάσματα εύπλαστα. Έγιναν ιδιαιτέρως δημοφιλή στα τέλη της δεκαετίας των ’20 και τη δεκαετία των ’30. Ήταν ιδανικά για να αναδεικνύουν τις γοητευτικές φιγούρες των ηθοποιών, και πολλές από κομψές τουαλέτες του Hollywood ήταν σε αυτό το στυλ. ‘Η όλη ιδέα του bias-cut ήταν ιδιοφϋής’ είπε ο Galliano ‘ Ήταν το ελαστικό πριν να υπάρξει το ελαστικό’.

TO MINI

Τολμηρές κοντές φούστες που εξέθεταν μεγάλο ποσοστό του ποδιού ήταν μια συναρπαστική πρόταση για τις νέες γυναίκες της δεκαετίας των ’60, και δεν μπορούσαν να τις χορτάσουν. Ποτέ ξανά τα πόδια δεν είχαν αποκαλυφθεί τόσο πολύ δημοσίως. Μέχρι το 1965, οι μίνι φούστες είχαν φτάσει στο μέσο του μηρού, και εξακολουθούσαν να κονταίνουν. Το σοκ που προκαλούσαν είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί. Καθώς σχεδιαστές όπως ο Andre Courreges και ο John Bates παρουσίασαν κοντές φούστες στην αρχή των ’60, είναι η Mary Quant αυτή που θα χαρακτηριστεί ως η πρόγονη της μίνι φούστας. Εμπνεσμένη από τους mods και το καθαρό, γεωμετρικό ράψιμο και το επηρεασμένο από την Ιταλία στυλ ντυσίματος, η Quant παρήγαγε τα μίνι με σκοπό τα τα πουλήσει στην μπουτίκ της, το Bazaar. Τα φορέματα-σαλοπέτες, και οι κοντές φούστες με τα έντονα χρώματα ήταν πολύ σημαντικά για τα μοδάτα κορίτσια που τα φορούσαν, εντελώς διαφορετικά από το πληθωρικό New Look που μάγεψε τις μητέρες τους. Πολλοί εξοργίζονταν από αυτό που θεωρούσαν ως προσβολή δημοσίας αιδούς. Η Coco Chanel αποδοκίμασε τις μίνι φούστες χαρακτηρίζοντάς τις αηδιαστικές. Ο Cecil Beaton αποφάνθηκε: ‘Ποτέ στην ιστορία της μόδας τόσο λίγο υλικό δεν ανυψώθηκε τόσο πολύ, για να αποκαλύψει όλα αυτά που πρέπει να καλυφθούν οπωςδήποτε’. Οι μίνι φούστες επανεμφανίστηκαν ξανά κατά τη διάρκεια των ’80, με σχεδιαστές όπως ο Azzedine Alaia να παράγουν στενά μίνι με καμπύλες – και μια μαύρη μίνι φούστα με ένα opaque καλσόν έγινε μία στολή για νέες εργαζόμενες γυναίκες.

Στον 20ο αιώνα η γυμνότητα γινόταν αντιληπτή μέσω νέων τρόπων διερεύνησης. Οι αναπαραστάσεις του σώματος επανεκτιμήθηκαν και επαναδιατυπώθηκαν με βάση δίπολα όπως όλον/θραύσμα, επιφάνεια/εσωτερικότητα. Οι ορισμοί της ομορφιάς και της υγείας επαναπροσδιορίστηκαν σε μια έκθεση των παραλείψεων και των κενών που προέκυψαν στην κυρίαρχη δυτική παράδοση αναδεικνύοντας μία νέα γυναικεία υποκειμενικότητα. Παρ’ όλο που τα παρακάτω ενδύματα έχουν δημιουργηθεί σε ένα διάστημα λίγων δεκαετιών και αυτή θεωρείται μία μικρή διάρκεια στην ιστορία της μόδας, μπορούμε να εντοπίσουμε μία μεγάλη μετατόπιση σε σχήματα και υλικά. Οι σχεδιαστές απεικονίζουν δημιουργικά τη σεξουαλικότητα του γυναικείου σώματος, με γραμμές και κατευθύνσεις προς τα επιθυμητά και λατρεμένα μέρη του σώματος, ανάλογα τον χρόνο και τον τόπο (μεγάλη γοφοί, μικρή μέση, μεγάλη στήθη, λεπτή ή γεμάτη φιγούρα, κλείδες, πόδια, κτλ.) Πλέον το φαινόμενο αυτό έχει εξαπλωθεί σε πολλές πτυχές του κόσμου της μόδας και, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει στις γυναίκες (και σε μικρότερο βαθμό, άντρες) να χρησιμοποιούν, πέρα από ενδύματα, άλλες τακτικές, όπως πλαστικές επεμβάσεις με στόχο να μετατρέψουν το σώμα τους ώστε να συνάδει με τα ‘πρότυπα’, που έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο της αυθεντικότητας. Η έννοια της ελκυστικότητας είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στο υποσυνείδητό μας, που είναι ιδιαιτέρως δύσκολο να περιφρονήσουμε τις μόδες της κάθε εποχής σχετικά με το ποιο χαρακτηριστικό μας να αναδείξουμε. Όταν άλλοι αποφασίζουν για εμάς, η πρόκληση είναι να διαβάζουμε πίσω από τις γραμμές με σκοπό να κατανοήσουμε την προέλευση της κάθε μόδας, να την εκτιμήσουμε και επιλεκτικά να τη χρησιμοποιήσουμε ή να την απορρίψουμε με βάση μια προσωπική αντίληψη εαυτού.

Παρατήρησα τα ενδύματα αυτά σε μία έκθεση του V&A museum στο Λονδίνο. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν τον γεγονός ότι, παρ’ όλο που οι διαφορές τους αναφορικά με το στυλ είναι εμφανείς, ήταν τοποθετημένα στο ίδιο δωμάτια, με έναν τρόπο – με τη δική μου αντίληψη και προοπτική – που τόνιζε τη μετατόπιση της σιλουέτας που συνέβη σε ένα μικρό χρονικό διάστημα.

Ο Cristobal Balenciaga ήταν ένας τελειομανής στο κόψιμο και ράψιμο ρούχων και ήταν φημισμένος για τα υψηλό του επίπεδο. Αυτό το tweed κουστούμι είναι μια ωδή στις ραπτικές του ικανότητες – με τα μανίκια να κάθονται τέλεια πάνω στους πλατιούς ώμους και μια ίσια, αυστηρή φούστα να δημιουργεί ένα τετραγωνικό σχήμα. Αυτού του είδους το power dressing αποκρύπτει τις καμπύλες του σώματος, ταυτόχρονα αφήνει εκτεθειμένες τις γάμπες και μέρος των χεριών.

Ο Christian Dior δημιούργησε αυτό το ελαφρύ, χωρίς φόδρα φόρεμα ημέρας, που είναι σφιχτά δεμένο γύρω από τη μέση και ντραπαρισμένο σε μια φούστα με σκοπό να παράξει όγκο στο κάτω μέρος του σώματος. Έχει κουμπιά που του δίνουν μια casual αίσθηση και φαρδιά Magyar μανίκια, που του δίνουν άνεση στη κίνηση. Το ελαφρύ ύφασμα αγκαλιάζει απαλά το σώμα όταν αυτό κινείται και ο όγκος του στο πίσω μέρος δημιουργεί μια νέα αίσθηση της εργαζόμενης γυναίκας και σικ κυρίας.

Αυτό το απογευματινό φόρεμα του Pierre Balmain έχει ένα σατέν ροζ φιόγκο που παρέχει μία κομψή πινελιά σε ένα εντυπωσιακό ένδυμα που αγκαλιάζει τη σιλουέτα και παραπέμπει σε κλεψύδρα. Ο φιόγκος είναι τοποθετημένος στο πίσω μέρος, όπου σατέν κορδέλες και μια ντραπαρισμένη φούστα συναντώνται σε μια σειρά ασύμμετρων, διαγώνιων ενώσεων. Το strapless, βαμμένο στο χέρι, σατέν ύφασμα με ασημένιες μεταλλικές κλωστές αναδεικνύουν τις κλείδες, τη μέση και τους γοφούς.

Αυτό το φόρεμα σχεδιάστηκε από τον Michael Sherard και αποτελείται από μια φούστα σε σχήμα καμπάνας και μια ουρά φτιαγμένη αποκλειστικά από δαντέλα. Πιθανότατα εμπνεύστηκε από τον Christian Dior που χαρακτήρησε τα cocktail φορέματα ως ‘πολύπλοκα απογευματινά φουστάνια’, ‘κατά προτίμηση από μαύρο ταφτά, σατέν, σιφρόν και μαλλί’. Έχει μεγάλο ντεκολτέ και αναδεικνύει καλαίσθητα τις γάμπες και τα χέρια, και η ουρά δίνει στον φορέα έναν αριστοκρατικό αέρα.

Ο Yves Saint Laurent δημιούργησε αυτό το απογευματινό φόρεμα με κεντημένο μετάξι με κοράλλι, τεχνητό διαμάντι και μεταλλική κλωστή και μία ζώνη για τον οίκο Dior. Η ζώνη είναι τοποθετημένη σφιχτά στη μέση, διαμερισματοποι- ώντας το σώμα σε δύο μέρη, εστιάοντας στο πάνω μέρος που επαινείται από μανίκια trois-quarts, ενώ η φούστα υποδηλώνει μια σιλουέτα με γεμάτους γοφούς.

Αυτό το κομψό σχέδιο δημιουργήθηκε από τον Jaques Griffe. Έχει το τυπικό σχήμα που επικρατούσε τη δεκαετία των ’50, δηλαδή κολλητό μπούστο και μεγάλη φούστα και μία περίπλοκη διπλοκεντητή τεχνική που δημιουργεί μια ασυνήθιστη αίσθηση ξεφτισμένης δαντέλας. Οι άσπρες μεταλλικές κλωστές είναι πλεγμένες με γκρι οργάντζα και δημιουργούν την ψευδαίσθηση ενός καταρράκτη. Το φόρεμα δίνει έμφαση στη μέση και το μπούστο και αφήνει ακάλυπτα τα χέρια.

Share