Κάτι παραπάνω από μια όμορφη απάτη

Η ένδυση έχει σημαντικό αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Παράλληλα, παίζει έναν εξίσου σημαντικό ρόλο στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε πράγματα που, παρά τα λεγόμενα του Jean Luc Godart (‘Το σινεμά είναι η πιο όμορφη απάτη στον κόσμο’), είναι μόνο εν μέρει φανταστικά – όπως οι ταινίες.

Αν και η ιστορική ακρίβεια είναι αδύνατη και καταστροφική για την δραματική τέχνη όπως ανέφερε ένας κριτικός του 18ου αιώνα, υπάρχει ένα μονοπάτι που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να εξηγήσουμε την χρήση των ενδυμάτων ως ένα διαφορετικό μέσο ανταλλαγής πληροφοριών. Η προέλευση του θεάτρου, και ως εκ τούτου του θεατρικού ρούχου θεωρούνται τα ελληνικά Διονύσια, μια μεγάλη γιορτή που λάμβανε χώρα στην αρχαία Αθήνα προς τιμήν του θεού Διονύσου, τον θεό του κρασιού – μια μυθολογική οντότητα που είναι ‘ούτε παιδί ούτε άντρας, είναι μάλλον ένας αιώνιος έφηβος’ που αντιπροσωπεύει το παιχνίδι και την ενέργεια. Ο ‘υποκριτής’ ή ηθοποιός συνήθιζε να φοράει μια μάσκα και ένα κουστούμι ανάλογο της εξουσίας του. Τα κουστούμια ήταν περίτεχνα, βαριά και επιβλητικά, και χρησιμοποιούνταν για να διαχωρίσουν τους ανθρώπους με βάση την ηλικία τους (οι νεότεροι φορούσαν χιτώνες μέχρι το γόνατο ενώ οι γηραιότεροι μέχρι τον αστράγαλο), και την κωμωδία από την τραγωδία (στην κωμωδία προτιμούνταν μαλακά παπούτσια που επέτρεπαν την ελεύθερη κίνηση ενώ στην τραγωδία προβιές, με σκοπό να προβάλλουν την άγρια πλευρά των θεών). Οι μάσκες βοηθούσαν στην αναγνώριση του φύλου, της ηλικίας, και της ψυχικής κατάστασης του ρόλου και προκαλούσαν τα επιθυμητά συναισθήματα από το κοινό.

Καθώς ο στόχος του θεάτρου είναι η δημιουργία εσωτερικών και αυτοτελών κριτηρίων αληθοφάνειας, το ίδιο το έργο δεν συμβολίζει στην πραγματικότητα μία συγκεκριμένη πραγματικότητα, αλλά δημιουργεί την πραγματικότητα μέσω των συμβάσεων που προτείνει, έτσι από αρχής γενομένης οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν κώδικες που λειτουργούσαν τόσο στο θέατρο όσο και στην καθημερινή ζωή. Στη σφαίρα ενός ‘theatrum mundi, που απεικονίζει τον κόσμο ως ένα θέατρο όπου οι άνθρωποι είναι οι χαρακτήρες και οι πράξεις τους διαμορφώνουν ένα δράμα, ο Richard Sennett είπε ότι καθώς οι άνθρωποι φαντάζονταν τα ενδύματα ως ένδειξη εφευρετικότητας, διακόσμησης, και σύμβασης, το σώμα λειτουργούσε σαν ένα μανεκέν παρά σαν ένα εκφραστικό, ζωντανό ον, ενώ η ένδυση λειτουργούσε σαν μια ακριβής ένδειξη κοινωνικής τάξης.

dion
masks2
theatrum-mundi

Οι σκηνοθέτες έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης όταν πρόκειται για τη δημιουργία μιας ταινίας. Πρέπει να μεταφράσουν με δημιουργικό τρόπο το σενάριο σε πραγματικές εικόνες και ήχους στην οθόνη, να απεικονίσουν και να ορίσουν το ακριβές στυλ και δομή της ταινίας και να είναι υπεύθυνοι για ολόκληρη την παραγωγή. Χρησιμοποιούν πολλά εργαλεία για να εκφράσουν την αισθητική τους και να μεταδώσουν το επιθυμητό μήνυμα μέσω της ταινίας. Σε συνεργασία με τον σχεδιαστή των κουστουμιών (costume designer) , χρησιμοποιούν τα ρούχα σαν μια μη-λεκτική αλλά παγκοσμίως κατανοητή γλώσσα, με σκοπό να μοιραστούν λεπτομέρειες και πληροφορίες που δεν είναι απαραίτητο να εκφραστούν με λόγια, αλλά αφήνονται στην κατανόηση και τη θέληση του θεατή να ανακαλύψει το σύμπαν της κάθε ταινίας. Κατά τη γνώμη μου, εκεί έγκειται η επιτυχία μια ταινίας – όταν δεν παρέχει άμεσα τις πληροφορίες, αλλά ενθαρρύνει τον θεατή να ξεκινήσει ένα προσωπικό ταξίδι κατανόησης και εξερεύνησης.

THE GRAND BUDAPEST HOTEL

WES ANDERSON

Η ταινία είναι γεμάτη εντυπωσιακές εικόνες και παστέλ χρώματα που αντανακλούν την παιχνιδιάρικη και ειρωνική αισθητική του σκηνοθέτη, ο οποίος σε συνεργασία με την σχεδιάστρια κουστουμιών Milena Canonero, έντυσε τους χαρακτήρες του με στολές, ενδύματα που σηματοδοτούν σταθερές και ακλόνητες προσωπικότητες, κάποιοι ταυτιζόμενοι με το είδος της δουλειάς τους και κάποιοι νεύοντας στο παρελθόν τους, όλοι όμως στο υψηλού επιπέδου κιτς, λαμπερό, παρηκμασμένο, αλλά και κομψό σκοτεινό ύφος της ταινίας. Ο Gustave (Ralph Fiennes), ο θυρωρός του ξενοδοχείου, αφοσιωμένος υπάλληλος και καλοκάγαθος αρχηγός του προσωπικού, είναι ντυμένος με τη στολή του θυρωρού. Είναι πεντακάθαρη και τέλεια εφηρμοσμένη πάνω του, σε διάφορες αποχρώσεις του μωβ, χρώμα που συνδυάζει την έντονη ενέργεια του κόκκινου με την ήρεμη σταθερότητα του μπλε, μεταδίδει μυστήριο και μαγεία και εμποτίζει στον χαρακτήρα έναν αριστοκρατικό αέρα. Ο Gustave φοράει τη στολή με περηφάνια και άνεση – τον βοηθάει να μεταμορφώνεται στο ‘πρόσωπο’ του ξενοδοχείου, και του προσδίδει έναν δυναμισμό. Η στολή για αυτόν βρίσκεται στον αντίποδα της παραμονής του στη φυλακή, που σηματοδοτείται από μια κακοραμμένη στολή φυλακής, τονίζοντας την αντίθεση με την πρότερη ευγενή, όμορφη και πρέπουσα ταυτότητά του, που τον βοηθά να εξελίσσεται από απλώς Gustave H. στον ‘Gustave’, θρυλικό θυρωρό, μέλος της Κοινωνίας των Διασταυρούμενων Κλειδιών και επικεφαλή του Grand Budapest Hotel. O Zero (Tony Revolori), είναι ο μαθητευόμενος θυρωρός του Gustave, με τον οποίο έχει μία σχέση πατέρα-γιου. Ντύνεται παρόμοια στην πατρική του φιγούρα, με τη διαφορά ότι δεν έχει το έμβλημα της Κοινωνίας των Διασταυρούμενων Κλειδιών. Πέρα από την ομοιότητά τους στο χρώμα, οι στολές τους διαφοροποιούνται, με την στολή του Zero να είναι εμπνευσμένη από στρατιωτικές ενδυμασίες, εκφράζοντας την θέση του ως ασκούμενος υπό την αυστηρή ηγεσία του Gustave. Είναι ο μόνος χαρακτήρας χωρίς μουστάκι, ένα χαρακτηριστικό που καθρεπτίζει όλα όσα του λείπουν στη ζωή – εμπειρία στη δουλειά, μόρφωση, οικογένεια, σπίτι, ταυτότητα, κι έτσι είναι πραγματικά ένα μηδενικό (zero=μηδέν). Ο χαρακτήρας της Madame D. (Tilda Swinton), μοιάζει να είναι παγωμένος στον χρόνο : το κόκκινο πολυτελές παλτό της, η Fendi γούνα της, το καπέλο της εμπνεόμενο από τα ‘Roaring Twenties’, την βαλίτσα της με το μονόγραμμο του οίκου Prada, το φόρεμά της από τη δεκαετία του ‘30, και τα μαλλιά και μακιγιάζ α λά ‘Belle Epoque’ – μία μίξη από διάφορες ηδονιστικές εποχές. Η ανικανότητά της να εξελιχθεί στυλιστικά συμβολίζει την ανικανότητά της να αφήσει πίσω της το παρελθόν και την άρνηση που αντιμετωπίζει αντικρίζοντας το παρόν. Η σχέση της με τον Gustave είναι σαν ναρκωτικό – διατηρεί την εικόνα που έχει για τον εαυτό της, μία ψεύτικη εικόνα περασμένης νιότης, και για αυτό τον λατρεύει. H Agatha (Saoirse Ronan), είναι το αισθηματικό ενδιαφέρον του Zero, έχει ένα εκ-γεννετής σημάδι στο μάγουλό της στο σχήμα του Μεξικό, και φοράει κυρίως μια ποδιά αρτοποιού, σε αποχρώσεις του μπλέ, με ένα ροδακινί πλεκτό πουλόβερ και γκρι μάλλινες κάλτσες. Ο ρουχισμός της είναι κυρίως πρακτικός, αλλά αιθέριος και παιδιάστικος. Οι απαλές αποχρώσεις και η αντίθεσή τους με το πορσελάνινο μενταγιόν της Κοινωνίας των Διασταυρούμενων Κλειδιών το οποίο της χειροτονήθηκε από τον Gustave υπογραμμίζουν την αγνή της καρδιά και επισημαίνουν ότι είναι ένα απλό αλλά ικανό κορίτσι. Είναι παρόμοια με τον Zero – είναι μόνη στον κόσμο και ευάλωτη, αλλά ο χαρακτήρας της κτίζεται κατά την διάρκεια της ταινίας και τελικά παρουσιάζεται ως μία γενναία γυναίκα με συμπόνια και δύναμη. Σε γενικές γραμμές, τα κουστούμια που επέλεξε ο Anderson δεν θα χαρακτηρίζονταν ως ρηξικέλευθα ή απροσδόκητα, αλλά όπως κάνει και σε κάθε ταινία που δημιουργεί, διευρύνει τις χρωματικές παλέτες των ενδυμάτων των χαρακτήρων του στο χώρο γύρω τους, προκαλώντας μια δυναμική σύνδεση μεταξύ των δύο, επιμελώς επικαλύπτοντας μία ταινία για την απώλεια με ελαφρότητα και γλυκιά νοσταλγία για ένα άφαντο παρελθόν.

Στην ταινία του ‘The Birds’, μια ‘κλασσική ταινία τρόμου με συγκινήσεις και κωμικά στοιχεία’, o εμβληματικός αυτός σκηνοθέτης συνεργάζεται για ακόμη μία φορά με την Edith Heath, η οποία δημιούργησε τα κουστούμια για μια εκλεπτυσμένη κοσμική, την Melanie Daniels (Tippi Hedren), ένα καλομαθημένο πλουσιοκόριτσο, μία μυστηριώδη γυναίκα που αποζητά την προσοχή. Το πρώτο κουστούμι, το οποίο φόρεσε για μικρό χρονικό διάστημα είναι ένα γκρι κουστούμι από μοχαίρ με ψηλό κολάρο, μαύρα γάντια, μια μαύρη τσάντα και ένα λευκό πουκάμισο – ένα σύνολο που τοποθετεί είναι μαύρο σύννεφο πάνω από το κεφάλι του θεατή, προδιαθέτοντας την πλοκή και σχηματίζοντας μια προκατάληψη εναντίον της μυστηριώδους προσωπικότητάς της. Το ένδυμα που φοράει σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, με μία μικρή διακοπή από μία νυχτικιά, είναι ένα σικ πράσινο κουστούμι. Η Edith Heath δημιούργησε αυτό το κουστούμι εμπνεόμενη από ένα σχέδιο τύπου Chanel που δημιούργησε για την Grave Kelly για τον ρόλο της στη ταινία Rear Window- είναι ένα αμάνικο πράσινο μάλλινο φόρεμα μέχρι τα γόνατα, με ψηλό στρογγυλεμένο λαιμό, ασορτί ζώνη και ένα σακάκι μέχρι το ύψος των γοφών με φαρδύ πέτο – μία γούνα μέχρι τα γόνατα προσθαφαιρείται σποραδικά στο look. Το πράσινο χρώμα φέρει μία διττή ταυτότητα – είναι το χρώμα της φύσης και συχνά συνδέεται με έννοιες σχετικές με την ανάπτυξη, την αρμονία, την ασφάλεια καθώς και το περιβάλλον – αλλά είναι επίσης συσχετισμένο με το χρήμα, τη φιλοδοξία, τη ζήλεια και την απληστία. Αυτή η δυαδικότητα επεκτείνεται στη δυναμική της σχέσης μεταξύ των πουλιών και της Melanie. Τα φυλακισμένα πουλιά αντιπροσωπεύουν τη δύναμη της φύσης και την ανημποριά των ανθρώπων ως προς αυτήν – η αντίθεσή τους με τις επιλογές και συμπεριφορές των ανθρώπων ως προς το περιβάλλον ξεκαθαρίζεται από τη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια της ταινίας, παράλληλα με τον απερίσκεπτο και παιχνιδιάρικο χαρακτήρα της Melanie. Το κουστούμι της είναι η πρόσοψη της καταπιεσμένης της σεξουαλικότητας, μια μαρτυρία της γοητείας της – βάζει και βγάζει συνεχώς το γούνινο παλτό της που μαρτυράει την αδιαφορία της ως προς τα ζώα και το περιβάλλον. Το χρώμα του κουστουμιού της την συνδέει με τη φύση αλλά ταυτόχρονα την χαρακτηρίζει με μία δηλητηριώδη ποιότητα, οδηγώντας σε μία καταστροφική και αντικρουόμενη κατάσταση.

THE BIRDS

ALFRED HITCHCOCK

Share