Ένα ρομάντζο της ρορ κουλτούρας

Μέρος 1ο

O Roland Barthes είπε ότι, ‘Το ένδυμα είναι, ανά πάσα στιγμή μέσα στην ιστορία, μία ισορροπία κανονιστικών φορμών, το σύνολο των οποίων συνεχώς εξελίσσεται’. Αφού η μόδα είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένη με κοινωνικές δομές, κοινωνικές συνήθειες και το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της κάθε χρονικής περιόδου, οι διάφορες έννοιες γύρω από αυτήν συνεχώς εξελίσσονται. Καθώς ‘η μόδα διαθέτει ένα πεπερασμένο αριθμό αρχετυπικών μορφών, γεγονός που υποδεικνύει μια ιστορία εν μέρει κυκλική’, ( R. Barthes), είναι ένα ‘παροδικό κυκλικό φαινόμενο’ (G. B. Sproles), και χρήζει ως μέσο επικοινωνίας, είναι η γλώσσα του ανήκειν μεταξύ ανθρώπων, τότε ο καθένας θα μπορούσε να συμπεράνει ότι η μόδα είναι στην πραγματικότητα μια έκφραση του σύγχρονου γούστου αμοιβαία με τον λαιϊκό κόσμο (pop=popular=δημοφιλής, λαϊκός). Ακόμα ένα κατασκεύασμα πανταχού παρόν στην καθημερινή ζωή, πέρα από την μόδα είναι η μουσική, είτε σαν κύρια δραστηριότητα ή σαν συμπληρωματική ή βοηθητική. Η μουσική και οι μουσικοί έχουν ένα μεγάλο κοινωνικό αντίκτυπο – είναι και αυτοί ένα μέσο για τη ρύθμιση και τη θέσπιση πολιτιστικών ρόλων και προσδοκιών, καθώς σαν καλλιτέχνες έχουν συχνά μία αντίληψη για τη μόδα που άμεσα αλλάζει τις αντιλήψεις για την παραδοσιακή ομορφιά. Η δύναμη της pop κουλτούρας, μια κουλτούρα μέσω της οποίας η μόδα και η μουσική λειτουργούν σαν γλώσσες, η εποχή των μουσικών mega-star και των πιστών θαυμαστών τους ως επηρεάζοντες και επηρεαζόμενοι αντίστοιχα, άλλαξε την πορεία εξέλιξης του lifestyle και της ταυτότητας. Η ανταλλαγή που συμβαίνει μεταξύ μόδας και μουσικής προκαλεί νέες προοπτικές, μεθόδους έκφρασης για τις διάφορες υποκουλτούρες και συνεχείς καινοτομίες. Καθώς η μόδα πάντα προσπαθεί να ερεθίζει την κοινωνία μέσω της υπερβολής και των νεωτερισμών, οι μουσικοί χρησιμοποιούν την τοτεμική επιρροή της, όχι σαν διαφημιστικό τέχνασμα, αλλά απλώς σαν ένα μέσο κατασκευής εικόνας που θα μπορούσε να απεικονίσει αυτό που η μουσική – ένα αόρατο κατασκεύασμα – δεν δύναται. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός αισθητηριακών οργάνων όπως η όραση και ο ήχος αποτελεί έναν εξαιρετικό τρόπο μετάδοσης όλων αυτών των νέων ιδεών που αυτοί οι καλλιτέχνες επιθυμούσαν να μοιραστούν με τον κόσμο.

Η Bjork, η ‘μεγάλη ιέρεια της pop’ θεωρείται μία ‘αεικίνητη πειραματική δημιουργική δύναμη’ που εισήγαγε για πρώτη φορά την ηλεκτρονική μουσική στην mainstream pop σκηνή. Η μουσική της εκτείνεται από ηλεκτρονική, pop, experimental, trip-hop, αλλά πάνω απ’ όλα ένα μία avant-garde προσωπικότητα. Έχει ένα μοναδικό ταλέντο και μια ικανότητα για το παράξενο, απομακρυνόμενη από την έννοια της διασημότητας, κάνοντας στυλιστικές ‘faux-pas’ επιλογές, και αρνούμενη την κατηγοριοποίηση ή την προσήλωση σε τάσεις. Επαινεί την απλή χαρά του ντυσίματος – την απεικόνιση της ιδιοσυγκρασίας μέσω του ρουχισμού. Η μουσική της, η τέχνη και η ταινίες της συχνά προέρχονται από την πατρίδα της. Η φύση και το αλλόκοτο τοπίο της Ισλανδίας αναπαρίστανται σε όλους τους αιθέριους ήχους, στα μικρά απροσδόκητα στοιχεία και στις μικρές κρυμμένες εκπλήξεις που βρίσκονται στη δουλειά της, που όπως εκείνη είπε, ‘χρειάζεσαι σχεδόν ένα μικροσκόπιο για να τα ακούσεις’.

Η Cher, τραγουδίστρια από την Αρμενία η οποία συχνά χαρακτηρίζεται ως η ‘θεά της pop’, με βαθιά και έντονη φωνή, πάντα είχε το ρόλο ενός παραμυθά. Στη μουσική της, που ποικίλει από folk rock, pop rock, σε power ballads, disco κτλ, έχει μια τεράστια φωνητική γκάμα και επιλέγει ‘ανδρόγυνα’ ή ουδέτερα τραγούδια, και ίσως αυτό λειτούργησε σαν έναυσμα για ολόκληρο το περιεχόμενο της δουλειάς της. Τραγουδάει για ερωτική τη θλίψη, την ανεξαρτησία, και την ενδυνάμωση εαυτού, και ενσαρκώνει τη γυναικεία αυτονομία σε μια ανδροκρατούμενη βιομηχανία. Στις δημιουργίες της, είτε αυτές είναι μουσική είτε κινηματογράφος, πάντα υποδύεται επαναστατικές σεξουαλικά αυτόνομες και αυτοδημιούργητες γυναίκες. Έχει οραματιστεί το χώρο της μόδας, συλλαμβάνοντας μια αναπτυγμένη γυναικεία εξέγερση στον κόσμο της rock μουσικής και ένα πρωτότυπο ενός θηλυκού rock star. Οι εμφανίσεις της ήταν καθοριστικές, και οι άνθρωποι ακόμα εμπνέονται από εκείνη.

Ο Prince ήταν γνωστός για την φανταχτερή και τολμηρή προσωπικότητά του, την ακραία αίσθηση του στυλ του, και την ευρεία φωνητική του εμβέλεια. Ένας pop πολυμαθής, μεταξύ διάφορων ήχων όπως του acid rock, funkadelia, deep soul, συχνά μέσα στο ίδιο τραγούδι. Η μουσική του ιδιοφυΐα και πολυμορφικότητα του συνεχώς εξελισσόταν, καθώς πειραματιζόταν και μετέβαλλε τα όρια νορμών σχετικά με το φύλο, τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα. Έπαιζε με τις έννοιες του ‘άλλου’: του θηλυκού, του εξωγήινου, του ανδρόγυνου, του μη-ανήκοντα σε φυλή. Το σεξουαλικώς ελεύθερο περιεχόμενο της μουσικής του και η περιφρόνησή του προς τα φυλετικά στερεότυπα αντηχούσε στην ανδρόγυνη, gender fluid σεξουαλικότητά του, που αναδεικνυόταν από θεϊκές στυλιστικές λεπτομέρειες. Ο Prince ξεκίνησε τη συζήτηση για τη συμμόρφωση (ή μη) με το φύλο, μετατοπίζοντας την αντίληψη για τον πως ‘πρέπει’ να ντύνονται οι άντρες και οι γυναίκες, ελπίζοντας σε έναν κόσμο στον οποίο θα υπάρχουν χωρίς διάκριση.

Η Madonna, η πρώτη diva και η ‘βασίλισσα της pop’, είχε και εξακολουθεί να έχει ένα τεράστιο αντίκτυπο στην δημοφιλία της pop μουσικής. Είναι ευρέως γνωστή για την επανεφεύρεση, αποδόμηση και επανασυναρμολόγηση – χωρίς καμία βλάβη στο ενδιάμεσο – του εαυτού της, αναδημιουργώντας ρευστές ταυτότητες, αδύνατες να οριστούν, που της ταίριαζαν, σε συνάρτηση με το εκάστοτε πλαίσιο, τη ζήτηση και το κοινό. Είχε την αποστολή του να αντιμετωπίσει εγκάρσια την σχέση taboo μεταξύ της σεξουαλικότητας και της πνευματικότητας, στο πλαίσιο ενός αμερικάνικου και ισπανικού street style μεγαλείου. Η μουσική της καθρεπτίζει μία νέα, μπερδεμένη εποχή, και το περιεχόμενο των τραγουδιών της απαρτίζεται από κρυφά νοήματα, ειρωνεία, επιθετικότητα και διάφορες φωνητικές ιδιοσυγκρασίες, με το περιεχόμενο να ποικίλει από ψυχοσεξουαλικό δράμα, παιδικές αναμνήσεις, μελαγχολικές μπαλάντες, και τραγούδια που αναπολούν την light pop και την disco. Βρίσκεται παντού – στο σπίτι, στο club, στην εκκλησία και στην πασαρέλα – όλα συνυπήρχαν ειρηνικά – μια πραγματική χαμαιλέων του μουσικού κόσμου.

Η Grace Jones έχει υπάρξει μουσικός, μοντέλο και ηθοποιός που γέννησε ένα νέο κύμα reggae, funk, pop και rock. Η ατμοσφαιρική προσωπικότητά της, τα βαθιά, πλούσια και cool φωνητικά της και η άφοβη, ανδρόγυνη και ωμή σεξουαλικότητά της την έκαναν μία άξια εκπρόσωπο της disco μουσικής και στυλ της εποχής του Studio 54. Έχει περιγράψει τον εαυτό της σαν κάποια που αλλάζει ρόλους, έχει την τάση να παραμορφώνει τις νόρμες γύρω από το φύλο, και ενσαρκώνει τη λέξη ‘queer’ πριν από την ευρεία χρήση της. Η συνύπαρξη της Jones με τον Jean-Paul Goude, σαν καλλιτέχνες και σαν σύντροφοι όρισε το οπτικό τοπίο της δεκαετίας του ‘70 και του ‘80. Μια cross-dressing ‘νεο-κυβιστική’ προσωπικότητα, με μία όμορφη και ταυτόχρονα αλλόκοτη εμφάνιση απεικονίζει θέματα φυλής, εθνικότητας και παγκόσμιας κουλτούρας, συχνά δίνοντας έμφαση στην Τζαμαϊκανή καταγωγή της και την εξωτική persona της. Μια καλλιτέχνης με επίγνωση, που αντιλήφθηκε όμως ότι η μουσική βιομηχανία ξεγύμνωσε την disco από την ‘μαυρίλα, την ομοφυλοφιλία, την ωμότητα, την μεταβλητότητα, και την μεταδοτική παραβατική εγκατάλειψη’.

Ο David Bowie, ο Ziggy Stardust, ένας σεξουαλικώς αμφίσημος rock star, o Aladdin Sane – ένας παράφρων νέος (A-lad-in sane), o Thin White Dude (o λευκός λεπτός τύπος) – ‘πάγος μεταμφιεσμένος σε φωτιά’, ένας νεωτεριστής της μόδας, μέλος της μουσικής εμπροσθοφυλακής γνωστός για την ικανότητα επανεφεύρεσης του εαυτού του και την παροχή προκλητικών οπτικών ερεθισμάτων. Χαρακτήρισε τη μουσική του ως ‘πλαστική soul’, και προσπάθησε να ‘φαίνεται όπως ακούγεται’. Έζησε τη ζωή του σαν να ήταν καλλιτεχνικό instalation και άνοιξε τον δρόμο σε μια άλλη διάσταση μουσικά και στυλιστικά, ως τραγουδιστής με εξαιρετικές τεχνικές ικανότητες και τη ‘πλούσια φωνή όμοια με βάρδου’ που είχε, αλλά και ως φανταχτερός, ανδρόγυνος, σεξουαλικά ασαφής, σε άντρες και γυναίκες, performer. Ο Bowie ήταν ο πρωτοπόρος του glam rock, παρείχε μεγάλο βάθος στη δουλειά του, σαμποτάροντας την υπάρχουσα έννοια του τι σημαίνει rock star. Οι μεταμορφώσεις του ήταν προάγγελοι μιας σεισμικής πολιτιστικής μετατόπισης, κι όλα αυτά καλύπτοντας με glitter, leopard prints και χρώματα αυτή την αλλόκοτη, περίεργη, σπινθηροβόλα προσωπικότητα.

Share